Σε ισχύ τέθηκε την Κυριακή 27/12/2020 το Προεδρικό Διάταγμα περί κλεισίματος κόλπων και χάραξης ευθειών γραμμών βάσης στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου και των Ιονίων νήσων μέχρι το Ακρωτήριο Ταίναρο της Πελοποννήσου με τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΥΠΕΞ, το Προεδρικό Διάταγμα εκδόθηκε σε εφαρμογή του κυρωτικού νόμου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας. Επρόκειτο για μία διαδικασία επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στην ανωτέρω περιοχή, ενέργεια που αποτελεί, με βάση τη Σύμβαση, αναφαίρετο δικαίωμα της χώρας. Το Προεδρικό Διάταγμα επισημαίνει ότι η Ελλάδα επιφυλάσσεται για την άσκηση και στις λοιπές περιοχές της θαλάσσιας Επικράτειάς της των αντιστοίχων δικαιωμάτων της, όπως αυτά απορρέουν από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία αποτυπώνει διεθνές εθιμικό δίκαιο.

Τι συνεπάγεται όμως η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Ιόνιο; Αρχικά, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι από τα 149 κράτη παγκοσμίως που έχουν τη δυνατότητα να έχουν χωρικά ύδατα 12 ναυτικών μιλίων, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που διατηρεί ακόμα (πλέον μόνο στο Αιγαίο) τα χωρικά της ύδατα στα 6 ναυτικά μίλια. Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Με απόφαση της Τουρκικής εθνοσυνελεύσεως το 1995, η αύξηση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο αποτελεί casus belli. Ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν τέτοιες αντιδράσεις από τουρκικής πλευράς είναι ότι η αύξηση από 6 στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο θα έληγε ουσιαστικά και το πρόβλημα οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στην περιοχή. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει και ο κ. Συρίγος, εάν η Ελλάδα ηύξανε τα χωρικά της ύδατα στο μέγιστο των 12 ν.μ., τα ύδατα υπό ελληνική κυριαρχία από 43,5% θα αυξάνονταν στο 72%, ενώ σε μία παρόμοια αύξηση της Τουρκίας, λόγω της γεωγραφικής της δομής από 7,5% θα αυξάνονταν μόνο στο 8,7%. Η κατανόηση της τεράστιας διαφοράς αυτών των ποσοστών είναι σημαντική για να καταλάβουμε την πάγια στάση της γείτονος χώρας αναφορικά με τα χωρικά ύδατα. Επιπλέον, το δημοσιευθέν Προεδρικό Διάταγμα αναφέρεται σε κλείσιμο κόλπων και χάραξη ευθείων γραμμών βάσεων.

Υπάρχουν δύο τρόποι οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Ο πρώτος, ακολουθεί τη φυσική ακτογραμμή και προσθέτει αντίστοιχα 12 ν.μ. Ο δεύτερος, ο οποίος θα εφαρμοστεί στο Ιόνιο ( ελπίζω σύντομα και στο Αιγαίο ) , πιάνει σημεία λίγο έξω από την ακρογραμμή (βράχους, υφάλους κλπ) και χαράσσει ευθείες γραμμές από εκείνα τα σημεία, αυξάνοντας τόσο την περιοχή υπό την ελληνική κυριαρχία όσο και την αιγιαλίτιδα ζώνη. Αν και η απόφαση αύξησης των χωρικών μας υδάτων στο Ιόνιο κρίνεται άκρως απαραίτητη και καθοριστική για την σκλήρυνση της ελληνικής στάσης έναντι της γείτονος Τουρκίας και της εκμετάλλευσης (επιτέλους!) των νόμιμων κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, ερώτημα εγείρει η μη διευθέτηση των αντίστοιχων ζωνών και σε άλλες περιοχές της χώρας. Ορίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη στα 12ν.μ. στο Ιόνιο αλλά όχι στο Αιγαίο είναι σαν να ”αποδεχόμαστε” τις Τουρκικές διεκδικήσεις δείχνοντας παράλληλα ένα αίσθημα φόβου και αδυναμίας στη διεθνή κοινότητα. Αντιλαμβάνομαι ότι η κυβέρνηση δεν θέλει να προκαλέσει περαιτέρω τριβές και εντάσεις με την Τουρκία, για αυτό κιόλας δεν προχωράει στην ίδια αύξηση και στο Αιγαίο. Εφόσον όμως επιθυμεί να δείξει μία σκληρότερη και ενεργητικότερη στάση, όφειλε να αυξήσει τα χωρικά ύδατα και στις περιοχές της Πελοποννήσου και του νοτιο-ανατολικού άξονα της Κρήτης όπου δεν υπάρχουν τουρκικές διεκδικήσεις (με εξαίρεση το παράνομο Τουρκό-Λιβυκό Σύμφωνο).

Βρισκόμαστε, εν κατακλείδι, σε ένα περίπλοκο παιχνίδι γεωπολιτικών -και όχι μόνο- συμφερόντων, στο οποίο η Ελλάδα ,κακά τα ψέματα, έχει μείνει πίσω. Ειδικότερα μετά την τελευταία σύνοδο Κορυφής, τα αποτελέσματα της οποίας δεν ήταν τα μέγιστα δυνατά, αποδεικνύεται περίτρανα για ακόμα μία φορά ότι η χώρα οφείλει μόνη της να σταθεί στα πόδια της. Μέχρι στιγμής, η εξωτερική μας πολιτική βρισκόταν (και βρίσκεται) συνεχώς σε μία κατάσταση άμυνας, περιμένοντας τις εξωτερικές προκλήσεις να της ”χτυπήσουν την πόρτα”. Ίσως, και σε συνδυασμό με τις κατάλληλες επενδύσεις στα εξοπλιστικά προγράμματα που αναμένονται να γίνουν, η χώρα πρέπει να περάσει σε μία πιο επιθετική στάση αναφορικά με τα κυριαρχικά της δικαιώματα.