Οι διερευνητικές επαφές είναι μία μέθοδος εξίσωσης των διαφορών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που έχει τις ρίζες της από το Ευρωπαικό Συμβούλιο του Ελσίνκι το 1999. Πρόσφατα οριστηκοποιήθηκε ο 61ος γύρος επαφών στις 25 Ιανουαρίου με σημείο συνάντησης την Κωνσταντινούπολη, καθώς οι προηγούμενοι γύροι δεν κατέληξαν σε κάποια συμβιβαστική λύση.

Από το 2016 όποτε έγιναν και οι τελευταίες διερευνητικές, ήταν σειρά της γείτονας χώρας να προσκαλέσει την Ελλάδα. Πέρασαν τέσσερα χρόνια σιγής από τουρκικής πλευράς, δείχνοντας αδιαθεσία και αδιαφορία για συνομιλίες. Ξαφνικά, προ ολίγων ημερών, ο κ. Ερντογάν προσκάλεσε τον Έλληνα Πρωθυπουργό να καθίσει στο τραπέζι των συζητήσεων. Όπως, τουλάχιστον για κάποιους, ήταν αναμενόμενο, ο κ.Μητσοτάκης απεδέχθη την πρόσκληση σπεύδοντας μάλιστα να την δημοσιοποιήσει. Γιατί όμως, με το που έγινε η πρόσκληση, η ελληνική κυβέρνηση ”έτρεξε” να την αποδεχτεί;

Το προφανές είναι, ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός προσπαθεί να ηρεμήσει την κατάσταση στο Αιγαίο, με τις συνεχείς παραβιάσεις (όπως είδαμε την ημέρα των Θεοφανίων αλλά και λίγες μέρες αργότερα κοντά στα Ίμια) ωστόσο να μην σταματούν. Πως, λοιπόν, αποδεχόμαστε να πάμε σε συζητήσεις εξομάλυνσης των σχέσεων μας με τη Τουρκία, όταν την ίδια στιγμή οι παραβιάσεις και οι διεκδικήσεις της δεν έχουν πάψει να υφίστανται ούτε κατά το ελάχιστο;

Η ”από το πουθενά” θέληση της Τουρκίας για διάλογο κρύβει κάποιους πολιτικούς στόχους και παράλληλα ελλοχεύει κινδύνους για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Με τις διερευνητικές να λαμβάνουν χώρα λίγο πριν τη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου, είναι εμφανές ότι γίνονται προσπάθειες για απενοχοποίηση της Τουρκίας και της ανάδειξης της ως χώρα που χρησιμοποιεί πρωτίστως το διάλογο παρά τη βία για την επίλυση των διαφορών της με άλλα κράτη. Βέβαια, η έντονη συμμετοχή της στους πολέμους στη Λιβύη, στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και τη Συρία διαψεύδουν την παραπάνω πεποίθηση. Μπορεί τα ήπια μέτρα που επιβλήθηκαν στην Τουρκία να μην ήταν η καλύτερη δυνατή εκδοχή για την χώρα μας, ωστόσο σε διεθνές επίπεδο έχει επικρατήσει η άποψη ότι η Τουρκία έχει το ”άδικο”.

Αν και οι απόψεις διίστανται για το βαθμό σημασίας που έχει η άποψη της διεθνούς κοινότητας και των διεθνών θεσμών, σίγουρα οι κυρώσεις έπαιξαν και παίζουν κάποιον ρόλο.

Η Τουρκία προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και να δείξει στη διεθνή κοινότητα μία αλλαγή στάσης, μία επιθυμία για διάλογο αντί για προκλήσεις. Αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια στην Ευρώπη, γνωρίζοντας ότι Γερμανία, Ισπανία και Ιταλία είναι μόνιμοι υπερασπιστές της. Επομένως, και σε συνδυασμό με τις επερχόμενες Αμερικανικές κυρώσεις που έπονται σε λίγες εβδομάδες, άποψη μου είναι ότι η Τουρκία θα προσπαθήσει να κρατήσει το διάλογο ανοιχτό μέχρι τουλάχιστον και τη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου. Με αυτόν τον τρόπο θα βελτιώσει την διεθνή εικόνα της και θα αυξήσει τις πιθανότητες της για περαιτέρω ελάφρυνση των επιβαλλόμενων κυρώσεων από την Ευρώπη. Αυτό όμως που θεωρώ δεδομένο, είναι ότι δεν πρόκειται στην πραγματικότητα γία μία μόνιμη αλλαγή της ιμπεριαλιστικής και νεο-οθωμανικής πολιτικής που ακολουθεί ο Τούρκος Πρόεδρος. Λαμβάνοντας υπόψιν και τα πρόσφατα περιστατικά κοντά στα Ίμια, είναι εμφανές ότι δεν είναι διατεθειμένος να σταματήσει τις παράνομες ενέργειες στο Αιγαίο.

Τι επρόκειτο όμως να συζητηθεί μεταξύ των δύο πλευρών; Τόσο ο Τούρκος όσο και ο Έλληνας ΥΠΕΞ έχουν κρατήσει κρυφή την ατζέντα των θεμάτων που θα συζητηθούν και έχουν επισημοποιήσει την συνάντηση με λιτές δηλώσεις, δημιουργώντας κάποια εύλογα ερωτήματα.

Θα είναι ένας εφ’ όλης της ύλης διάλογος ή θα τηρηθούν κάποιες ”κόκκινες γραμμές” που θα περιορίσουν την συζήτηση γύρω από την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και τα δικαιώματα επί θαλάσσης; Προσωπικά, θεωρώ ότι η Άγκυρα, μεταξύ άλλων, θα προωθήσει την αποστρατικοποίηση των ελληνικών νήσων καθώς και τη δημιουργία μίας πενταμερούς μεταξύ της Ελλάδος, της Τουρκίας, της Κύπρου, της Μ.Βρετανίας και της κυβέρνησης του ψευδοκράτους. Το θέμα είναι, τι είναι διαθέσιμη η ελληνική πλευρά να συζητήσει και πόσο αποφασιστική θα είναι να αρνηθεί το διάλογο εάν πέσουν τα παραπάνω θέματα στο τραπέζι.

Έχω ακούσει αρκετούς δημοσιογράφους και αναλυτές να υποστηρίζουν ότι η συζήτηση τέτοιων θεμάτων είναι θεμιτή εάν δεν υπόκεινται σε διαπραγματευτικό πλαίσιο. Συμφωνώ ότι οι διερευνητικές αυτές καθ’αυτές δεν είναι μία παγίδα, αλλά μπορούν να μετατραπούν σε μία εάν δεν είμαστε προσεκτικοί. Εάν παρασυρθούμε στην ατζέντα που η Τουρκία θέλει να προωθήσει, είναι σαν να παραδεχόμαστε την ύπαρξη όλων εκείνων των ζητημάτων που θέτει δημοσίως. Αναρωτιέμαι λοιπόν, πως είναι δυνατόν να συζητήσουμε για γκρίζες ζώνες και αποστρατικοποίηση των νησιών, τη στιγμή που δεν συζητάμε την παράνομη κατάληψη του βορείου τμήματος της Κύπρου ενάντια στις αποφάσεις του ΟΗΕ και τη μη νομιμοποιημένη κυβέρνηση του ψευδοκράτους; Πως είναι δυνατόν, να μιλήσουμε για τα προσφάτως ανακαλυφθέντα κοιτάσματα φυσικού αερίου, την στιγμή που η Γαλάζια Πατρίδα από δόγμα έχει γίνει μόνιμη πρακτική;

Επιπλέον, στις ίδιες δηλώσεις περί διερευνητικών, ο κ. Ερντογάν παρότρυνε τον Έλληνα ΥΠΕΞ σε τριμερή συνάντηση με τον Έντι Ράμα. Να σημειωθεί ότι προ ολίγων ημερών ο Αλβανός Πρωθυπουργός είχε συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο όπου και συμφωνήθηκε η δημιουργία ενός Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας αναβαθμίζοντας τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών στο στρατηγικό (κυρίως) τομέα. Υπάρχει, λοιπόν, μία προμελετημένη κίνηση από τουρκικής πλευράς η οποία συνεχώς ασκεί ασφυκτικές πιέσεις εκμεταλλευόμενη την παθητικότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Συνοψίζοντας, όποιοι και αν είναι οι λόγοι, η ελληνική πλευρά για ακόμα μία φορά ακολουθά μία άκρως αμυντική πολιτική κατευνασμού. Έχω ξαναπεί, πως συνδυασμό με τα εξοπλιστικά, η χώρα πρέπει να υιοθετήσει μία πιο αποφασιστική εξωτερική πολιτική και να περάσει σε ένα πιο επιθετικό επίπεδο . Με απλά λόγια, δεν γίνεται να περιμένουμε τον Τούρκο Πρόεδρο να κινηθεί για να απαντήσουμε. Πρέπει να περάσουμε από μία φάση ”καταστολής” της τουρκικής ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής σε μία φάση ”πρόληψης” της και αν είναι δυνατόν πρόβλεψης της, παίρνοντας εν συνεχεία τα κατάλληλα μέτρα καταστολής της. Όσο περισσότερη ελευθερία κινήσεων δίνουμε, τόσο μεγαλύτεροι κίνδυνοι ελλοχεύοντα για τα εθνικά μας συμφέροντα.